Διεγχειρητική Παραθορμόνη

Στη σύγχρονη εποχή οι χειρουργοί προσπαθούν προς όφελος των ασθενών τους να εφαρμόζουν όσο το δυνατό λιγότερο επεμβατικές μεθόδους διατηρώντας ακέραιο το χειρουργικό ή ογκολογικό αποτέλεσμα. Έτσι και στη χειρουργική των παραθυρεοειδών αδένων η αμφοτερόπλευρη διερεύνηση τραχήλου που εφαρμοζόταν ως ρουτίνα τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει δώσει τη θέση της στην ελάχιστα επεμβατική, στοχευμένη παραθυρεοειδεκτομή, η οποία εφαρμόζεται σε >70% των ασθενών με εντοπισμένη νόσο.

Η στοχευμένη παραθυρεοειδεκτομή αφορά στην αναγνώριση και αφαίρεση μόνο του παθολογικού αδένα, με μία ελάχιστη τομή, χωρίς επισκόπηση των υπολοίπων παραθυρεοειδών. Όπως είναι γνωστό, για την ίαση των ασθενών με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό απαιτείται η πτώση της τιμής της παραθορμόνης μετά την αφαίρεση του παθολογικού αδένα.

Η μέτρηση της παραθορμόνης

Η διεγχειρητική μέτρηση της παραθορμόνης είναι το εργαλείο που έλυσε τα χέρια των χειρουργών, οι οποίοι γνωρίζουν μέσα σε λίγα λεπτά μετά την εκτομή του παθολογικού αδένα, την πτώση της τιμής της παραθορμόνης και επομένως την επιτυχία της επέμβασης.

Με νέα μηχανήματα, την πρόοδο της τεχνολογίας και την μέθοδο της ταχείας παραθορμόνης ο χειρουργός γνωρίζει την τιμή της παραθορμόνης διεγχειρητικά, σε λιγότερο από δέκα λεπτά από τη στιγμή της αιμοληψίας.

Διάφορα πρωτόκολλα διεγχειρητικής παραθορμόνης έχουν προταθεί και χρησιμοποιούνται παγκοσμίως τις τελευταίες δεκαετίες. Τα επικρατέστερα και τα πλέον χρησιμοποιούμενα είναι τα κριτήρια του Miami και του Charleston. Σύμφωνα με τα κριτήρια Miami μετράται η τιμή της παραθορμόνης 10 λεπτά μετά την αφαίρεση του παθολογικού παραθυρεοειδούς. Εφόσον η τιμή αυτή έχει σημειώσει πτώση >50% από την προεγχειρητική τιμή, τότε η επέμβαση θεωρείται επιτυχής. Στα κριτήρια του Charleston για να θεωρηθεί επιτυχής η επέμβαση απαιτείται, εκτός από την πτώση >50% από την αρχική τιμή στα 10 λεπτά, η τιμή της παραθορμόνης 20 λεπτά μετά την εκτομή να είναι εντός φυσιολογικών ορίων.

 

 

.

Συμπερασματικά, από τον ασθενή λαμβάνεται ένα δείγμα αίματος μετά την διασωλήνωση και πριν την έναρξη της επέμβασης, ένα δεύτερο στα 10 λεπτά μετά την εκτομή και εφόσον απαιτηθεί ένα τρίτο δείγμα στα 20 λεπτά μετά την εκτομή του παθολογικού παραθυρεοειδούς αδένα. Με αυτό τον τρόπο ο χειρουργός γνωρίζει σχεδόν άμεσα αν η επέμβαση είναι επιτυχής ή αν παραμένει παθολογικός ιστός και η διερεύνηση πρέπει να συνεχιστεί. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία η διαγνωστική ακρίβεια των δύο αυτών μεθόδων είναι >97%.