Το τοξικό αδένωμα,

η τοξική πολυοζώδης βρογχοκήλη

και η νόσος Graves

είναι παθήσεις που εκτός από ανατομική προκαλούν και λειτουργική ανωμαλία στον θυρεοειδή αδένα. Συγκεκριμένα και οι τρεις καταστάσεις συνδέονται με υπερλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, δηλαδή υπερθυρεοειδισμό. Υπερλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, υπερθυρεοειδισμός, σημαίνει αυξημένη έκκριση των θυρεοειδικών ορμονών, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη επίδραση αυτών στα όργανα στόχους καθώς και στον μεταβολισμό.

Οι ασθενείς, λοιπόν, που πάσχουν από υπερθυρεοειδισμό μπορεί να εμφανίζονται είτε ασυμπτωματικοί ή με έντονη και δυνητικά επικίνδυνη για τη ζωή συμπτωματολογία. Εάν ο υπερθυρεοειδισμός δεν ρυθμιστεί μπορεί να προκαλέσει σοβαρή καρδιακή αρρυθμία (κολπική μαρμαρυγή) ή ακόμα και καρδιακή ανεπάρκεια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Τα συχνότερα συμπτώματα των ασθενών με υπερθυρεοειδισμό μπορεί να περιλαμβάνουν:
Απώλεια μαλλιών
Έντερο
Απώλεια βάρους
Αγονία
Έντονη εφίδρωση
Δυσανεξία στη ζέστη
Θερμή, υγρή παλάμη
Eλάχιστη εμμηνόρροια
Νευρικότητα
Ταχυκαρδία
Μαλακά νύχια
Aϋπνία
Διογκωμένα μάτια
Μυϊκή αδυναμία
Τρέμουλο
Διόγκωση του θυρ. αδένα
ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού περιλαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή (αντιθυρεοειδικά φάρμακα), τη χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου ή την χειρουργική επέμβαση.

Πολλοί παράγοντες όπως η ηλικία του ασθενούς, η βαρύτητα και το είδος του υπερθυρεοειδισμού καθώς και η προτίμηση του ασθενούς είναι σημαντικοί για τον καθορισμό της καλύτερης δυνατής θεραπείας.

Το τοξικό αδένωμα είναι ένας μονήρης, συνήθως, όζος θυρεοειδούς που αυτονομείται και υπερλειτουργεί, οδηγώντας σε υπερθυρεοειδισμό.

Η διάγνωση γίνεται με τον αιματολογικό, εργαστηριακό έλεγχο, όπου οι Τ3 και Τ4 μπορεί να είναι ανεβασμένες και η TSH χαμηλή ή στα κατώτερα φυσιολογικά όρια. Η παρουσία του τοξικού αδενώματος γίνεται με υπερηχογράφημα θυρεοειδούς και επιβεβαιώνεται με σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς, στο οποίο φαίνεται ως «θερμός», δηλαδή υπερλειτουργικός όζος. Οι όζοι αυτοί σπανιότατα είναι κακοήθεις, ενώ συνήθως έχουν μέγεθος μεγαλύτερο των 3 εκ.

Η θεραπεία περιλαμβάνει

  • χορήγηση αντιθυρεοειδικών φαρμάκων,
  • θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο ή χειρουργική αφαίρεση.

Η χειρουργική αφαίρεση συνιστάται σε περιπτώσεις που αποτύχει η φαρμακευτική αγωγή ή το μέγεθος του αδενώματος συνεχίζει να αυξάνει παρά την αγωγή. Στην περίπτωση που το αδένωμα είναι μονήρες και ο άλλος λοβός του θυρεοειδούς δεν εμφανίζει όζους, η αφαίρεση μόνο του λοβού (λοβεκτομή) με το τοξικό αδένωμα μπορεί να επιφέρει την ίαση. Το μονήρες τοξικό αδένωμα είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που η λοβεκτομή θεωρείται επαρκής θεραπεία.

Η τοξική πολυοζώδης βρογχοκήλη είναι μια βρογχοκήλη που χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολλών υπερλειτουργικών όζων.

Η διάγνωση γίνεται, όπως και στο τοξικό αδένωμα, με αιματολογικές εξετάσεις που αναδεικνύουν την υπερλειτουργία (αυξημένη Τ3/Τ4 και χαμηλή TSH) του αδένα και τον απεικονιστικό έλεγχο με υπερηχογράφημα ή και σπινθηρογράφημα όπου αναδεικνύεται η παρουσία πολλαπλών λειτουργικών όζων. Η συνήθης αρχική θεραπεία είναι με την χορήγηση αντιθυρεοειδικών φαρμάκων (καρβιμαζόλη, προπυλθειουρακίλη κτλ). Η φαρμακευτική αγωγή, λόγω των παρενεργειών των φαρμάκων, δεν μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα εφόσον η ρύθμιση του υπερθυρεοειδισμού δεν επιτυγχάνεται και γι’ αυτό το λόγο σε πολλούς ασθενείς η λύση έρχεται με την χειρουργική επέμβαση. Η αφαίρεση όλου του αδένα (ολική θυρεοειδεκτομή) είναι η ενδεδειγμένη χειρουργική επέμβαση, η οποία θα δώσει οριστική λύση στο πρόβλημα.

Η νόσος Graves αποτελεί τη συχνότερη αιτία υπερθυρεοειδισμού.

Στους ασθενείς με νόσο Graves ο οργανισμός παράγει αντισώματα που διεγείρουν την υπερέκκριση θυρεοειδικών ορμονών. Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, είναι όμως συχνότερη σε γυναίκες ηλικίας 20-40 ετών. Ο θυρεοειδής αδένας συνήθως είναι διογκωμένος (βρογχοκήλη) και παράγει μεγάλες ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών (Τ3, Τ4). Μία από τις σοβαρότερες, αλλά όχι τόσο συχνή, συνοδές εκδηλώσεις της νόσου Graves είναι η οφθαλμοπάθεια.

Εμφανίζεται με ξηροφθαλμία, ερεθισμό, ερυθρότητα, ενώ σε πιο σοβαρές περιπτώσεις προκαλεί διπλωπία (διπλή όραση). Σε άλλους ασθενείς προκαλεί «διόγκωση» του οφθαλμού, λόγω εναπόθεσης βλέννης οπισθοβολβικά, με αποτέλεσμα τα μάτια να προβάλουν (εξόφθαλμο) και σε ακραίες περιπτώσεις να μην κλείνουν τα βλέφαρα. Στις πλέον σοβαρές περιπτώσεις οφθαλμοπάθειας οι ασθενείς αναπτύσσουν φλεγμονή στο οπτικό νεύρο με αποτέλεσμα ακόμα και την απώλεια όρασης.

Η νόσος λόγω του υπερθυρεοειδισμού προκαλεί σοβαρά συμπτώματα από το μυοσκελετικό (οστεοπόρωση) και το καρδιαγγειακό (αρρυθμίες, μαρμαρυγή) σύστημα. Η αντιμετώπιση αρχικά είναι φαρμακευτική με χορήγηση αντιθυρεοειδικών και αντιαρρυθμικών φαρμάκων, ενώ επί μη ανταπόκρισης ή υποτροπής η χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου και η χειρουργική αφαίρεση είναι οι μόνες επιλογές. Ο θυρεοειδής αδένας εκτός από το μεγάλο μέγεθος έχει συνήθως και αρκετά αυξημένη αιμάτωση, γεγονός που οδηγεί το χειρουργό στη χορήγηση προεγχειρητικής προετοιμασίας στον ασθενή, με πόσιμο διάλυμα ιωδίου, ούτως ώστε να μειώσει την αιμάτωση του αδένα και να οδηγήσει τον ασθενή στο χειρουργείο με καλύτερες συνθήκες.